Ὁ μακαριστὸς Μητροπολίτης Δρυϊνουπόλεως, Πωγωνιανῆς καὶ Κονίτσης Σεβαστιανὸς καὶ ἡ Ἱερὰ Μονὴ Κοιμήσεως Θεοτόκου Μολυβδοσκεπάστου

Ἡ νεώτερη ἱστορία τῆς Ἱερᾶς Μονῆς Κοιμήσεως Θεοτόκου Μολυβδοσκεπάστου εἶναι ἄρρηκτα συνδεδεμένη μὲ τὸ πρόσωπο τοῦ μακαριστοῦ Μητροπολίτου Δρυϊνουπόλεως, Πωγωνιανῆς καὶ Κονίτσης Σεβαστιανοῦ (†1994). Ὁ μεγάλος αὐτὸς Ἱεράρχης δὲν ἀντιμετώπισε τὴν ἀρχαιοτάτη Μονὴ μόνον ὡς ἕνα προσκύνημα τῆς Ἐπαρχίας του, ἀλλὰ ὡς ζῶν πνευματικὸ κέντρο, προορισμένο νὰ ξαναγίνει φάρος προσευχῆς, μοναχικῆς πολιτείας καὶ ὀρθοδόξου μαρτυρίας στὴν ἀκριτικὴ γῆ τῆς Ἠπείρου.

Ἀπὸ τὰ πρῶτα χρόνια τῆς ποιμαντορίας του καλλιέργησε ἰδιαίτερη σχέσι μὲ τὴ Μονή, θεωρῶντας ὅτι ἡ ἐπανάνθηση τοῦ μοναχισμοῦ στὴ Μολυβδοσκέπαστη θὰ ἀποτελοῦσε πνευματικὴ εὐλογία γιὰ ὁλόκληρη τὴν παραμεθόριο περιοχή. Ἡ μέριμνά του δὲν περιορίσθηκε σὲ εὐσεβεῖς πόθους, ἀλλὰ ἐκδηλώθηκε μὲ συγκεκριμένες καὶ καθοριστικὲς πρωτοβουλίες, χάρη στὶς ὁποῖες κατέστη δυνατὴ ἡ ἀνασύσταση τῆς μοναστικῆς ζωῆς.

Μὲ προσωπικὲς ἐνέργειες κατοχύρωσε ἐκκλησιαστικῶς καὶ διοικητικῶς τὴ θέση τῆς Ἱερᾶς Μονῆς, ὥστε νὰ διασφαλισθεῖ ἡ μελλοντικὴ πορεία της. Παράλληλα, προώθησε τὴν ἔγκριση τοῦ Καταστατικοῦ τῆς Μονῆς διὰ τῆς Ἱερᾶς Συνόδου τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος, δημιουργώντας τὸ ἀναγκαῖο κανονικὸ καὶ διοικητικὸ πλαίσιο γιὰ τὴ σταθερὴ λειτουργία τῆς ἀδελφότητος.

Ἰδιαίτερης σημασίας ὑπῆρξε ἡ ἀπόφασή του νὰ ἀναθέσει τὴν ἀναβίωση τῆς Μονῆς στὸν μακαριστὸ Γέροντα Θεόδωρο Διαμάντη. Μὲ τὴν ἀρχιερατικὴ του εὐλογία, ὁ Γέρων ἐγκαταστάθηκε στὴ Μολυβδοσκέπαστη τὸ 1988, ὅταν ἡ Μονὴ ἦταν σχεδὸν ἔρημη, καὶ ἀνέλαβε τὸ δύσκολο ἔργο τῆς ἐπανιδρύσεως τῆς μοναστικῆς πολιτείας. Ὁ Σεβαστιανὸς τὸν ἐνθρόνισε ὡς πρῶτο Ἡγούμενο τῆς νέας περιόδου τῆς Μονῆς, ἐμπιστευόμενος στὸ πρόσωπό του τὴν πνευματικὴ καλλιέργεια τῆς ἀδελφότητος καὶ τὴ συνέχιση τῆς μοναστικῆς παραδόσεως. Ἀπὸ τότε καὶ μέχρι σήμερα ἡ Μονὴ διατηρεῖ ἀδιάλειπτη μοναστικὴ ζωή καὶ παρουσία, γεγονὸς ποὺ ἀποτελεῖ καρπὸ τῆς διορατικότητος τοῦ Σεβαστιανοῦ καὶ τῶν κόπων τοῦ ἀειμνήστου Γέροντος Θεοδώρου.

Ἡ πατρικὴ φροντίδα τοῦ Μητροπολίτου γιὰ τὴ νέα συνοδεία δὲν ἔπαυσε μετὰ τὴν ἐγκατάστασή της. Ἀντιθέτως, παρέμεινε συνεχής, διακριτικὴ καὶ ἔμπρακτη. Παρακολουθοῦσε στενὰ τὴν πορεία τῆς Μονῆς, ἐπικοινωνοῦσε συχνὰ μὲ τὸν Ἡγούμενο καὶ τοὺς πατέρες, ἐνδιαφερόταν γιὰ τὶς πνευματικὲς καὶ πρακτικὲς ἀνάγκες τους, τοὺς ἐνίσχυε μὲ λόγους παρηγορίας καὶ τοὺς ἐνθάρρυνε νὰ παραμένουν πιστοὶ στὴν κλῆση τους. Τὰ πρῶτα χρόνια, ποὺ οἱ στερήσεις ἦταν μεγάλες καὶ οἱ δυσκολίες πολλαπλές, δὲν δίσταζε νὰ συνδράμει καὶ ὑλικῶς, ὥστε νὰ μπορέσει ἡ ἀδελφότης νὰ ριζώσει καὶ νὰ ἀναπτυχθεῖ. Ἡ μέριμνά του ἀγκάλιαζε κάθε πτυχὴ τῆς ζωῆς τῶν μοναχῶν, φανερώνοντας τὴ βαθιὰ του πεποίθηση ὅτι ὁ μοναχισμὸς ἀποτελεῖ πολὺτιμο θησαυρὸ γιὰ τὴν Ἐκκλησία.

Ὁ Μητροπολίτης Σεβαστιανὸς ἀγαποῦσε ἰδιαιτέρως ἐκείνους ποὺ ἀφιέρωναν ὁλόκληρη τὴ ζωή τους στὸν Θεό. Ἐκτιμοῦσε τὴ μοναχικὴ πολιτεία, ὄχι μόνον ὡς προσωπικὴ ὁδὸ ἁγιασμοῦ, ἀλλὰ καὶ ὡς διαρκῆ προσφορὰ στὸ Σῶμα τῆς Ἐκκλησίας καὶ στὸ Γένος. Πίστευε ὅτι ἡ προσευχὴ τῶν μοναχῶν στηρίζει τὸν κόσμο καὶ ὅτι τὰ μοναστήρια ἀποτελοῦν πνευματικοὺς πνεύμονες γιὰ κάθε τόπο. Γι᾿ αὐτὸ καὶ ἡ Μολυβδοσκέπαστη κατείχε ξεχωριστὴ θέση στὴν καρδιά του.

Ἀνάμεσα στὶς σημαντικότερες πνευματικὲς παρακαταθῆκες του συγκαταλέγεται καὶ ἡ καθιέρωση τῆς ὁλονυκτίου ἀγρυπνίας τῆς παραμονῆς τῆς Κοιμήσεως τῆς Θεοτόκου στὴ Μολυβδοσκέπαστη. Ἡ ἀγρυπνία αὐτὴ τελεῖται ἀδιαλείπτως μέχρι σήμερα, συγκεντρώνοντας πλήθη προσκυνητῶν, οἱ ὁποῖοι προσέρχονται γιὰ νὰ τιμήσουν τὴν Κυρία Θεοτόκο καὶ νὰ προσευχηθοῦν γιὰ τὴν εἰρήνη, τὴν πατρίδα καὶ τὸν ἀπανταχοῦ Ἑλληνισμό. Ἰδιαίτερα κατὰ τὰ χρόνια τοῦ ἀθεϊστικοῦ καθεστῶτος τῆς Ἀλβανίας, ἡ ἀγρυπνία αὐτὴ ἀπέκτησε καὶ συμβολικὸ χαρακτῆρα, καθὼς ἀπὸ τὰ σύνορα τῆς Μονῆς Μολυβδοσκεπάστου ὑψωνόταν θερμὴ δέηση γιὰ τοὺς Ὀρθοδόξους καὶ τοὺς Ἕλληνες τῆς Βορείου Ἠπείρου.

Ἡ βαθιὰ του σύνδεση μὲ τὴ Μονὴ ἐπισφραγίσθηκε καὶ μὲ τὴν τελευταία του ἐπιθυμία. Ἐπέλεξε νὰ ταφῇ πίσω ἀπὸ τὸ Ναό τῆς Παναγίας Μολυβδοσκεπάστου, στὴ σκιά τοῦ Καθολικοῦ ποὺ τόσο ἀγάπησε καὶ ἀγωνίσθηκε νὰ ἀναδείξει. «Ἡ δέ ταφή μου νά λάβη χώραν εἰς τήν Ἱεράν Μονήν Μολυβδοσκεπάστου ἐντός τοῦ Περιβόλου τῆς Μονῆς…», ἔγραφε ἡ διαθήκη του. Καὶ ἀκόμα διαβεβαίωσε τὸν Ἡγούμενο καὶ τοὺς πατέρες, «…ἀπό τὴν ἡμέρα τῆς ταφῆς μου πλέον ἀνήκω στὸ Μοναστήρι. Εἶμαι στὰ χέρια τῆς Μονῆς καὶ ὅτι κρίνει τὸ Μοναστήρι κάντε με». Ἡ ταπεινὴ αὐτὴ ἐπιλογὴ ἀποκαλύπτει τὸ μέγεθος τῆς ἀγάπης του γιὰ τὸ Μοναστήρι καὶ τὴν ἐπιθυμία του νὰ παραμείνει πνευματικὰ συνδεδεμένος μὲ τὸν τόπο τοῦ ἀγῶνος του.

Στίς 6:35 τό πρωί τῆς Δευτέρας, 12 Δεκεμβρίου 1994, ὁ Ἱεράρχης ΣΕΒΑΣΤΙΑΝΟΣ ἐκοιμήθη ἐν Κυρίῳ στό Πανεπιστημιακό Νοσοκομεῖο Δουρούτης τῶν Ἰωαννίνων, ἔπειτα ἀπό σύντομη ἀνίατη ἀσθένεια. Ἡ κηδεία του ἔγινε νωρίς τό ἀπόγευμα τῆς Τετάρτης, 14 Δεκεμβρίου 1994, στόν Ἱ. Ναό τοῦ Ἁγίου Κοσμᾶ παρουσίᾳ πλειάδος Ἱεραρχῶν καί ἄνω τῶν δέκα χιλιάδων (10.000) λαοῦ, πού εἶχαν συρρεύσει ἀπό διάφορες περιοχές τῆς χώρας. Στούς ἐπικήδειους λόγους τους οἱ ὁμιλητές ἐξῆραν τίς πολλές καί ποικίλες ἀρετές τοῦ ἀοιδίμου Μητροπολίτου. Στήν συνέχεια, καί μέσα σέ μία ἀνοιξιάτικη, πραγματικά, ἡμέρα, σχηματίσθηκε πομπή πλήθους αύτοκινήτων ἡ ὁποία κατευθύνθηκε στήν Ἱερά Μονή Μολυβδοσκε­πάστου, ὅπου ἐτάφη τό σκήνωμα τοῦ μακαριστοῦ Ἱεράρχου – σύμφωνα μέ ἐπιθυμία του- μέσα σέ ἰδιαίτερα συγκινησιακά φορτισμένη ἀτμόσφαιρα. Ὅπως δέ ἐσημείωνε ὁ Τύπος τῶν Ἀθηνῶν καί τῶν Ἰωαννίνων, ὁ θάνατος τοῦ Μητροπολίτου ΣΕΒΑΣΤΙΑΝΟΥ ὑπῆρξε μεγάλη ἀπώλεια γιά τήν Ἐκκλησία καί τό «Εθνος. Ὅλοι τόν ἐκλάψαμε σάν πραγματικό μας πατέρα. Ἀλλά «ὡς τῷ Κυρίῳ ἔδοξεν, οὕτω καί ἐγένετο· Εἴη τό ὄνομα Κυρίου εὐλογημένον εἰς τούς αἰῶνας» (Ἰώβ α’ 21).

Μέχρι σήμερα, ὁ τάφος του ἀποτελεῖ τόπο προσευχῆς καὶ προσκυνήματος, ὅπου μοναχοὶ καὶ προσκυνητὲς καταθέτουν τὴν εὐγνωμοσύνη τους γιὰ τὸν Ἱεράρχη ποὺ ἀφιέρωσε τὴ ζωή του στὴν Ἐκκλησία, στὴν Πατρίδα καὶ στὴν ἀναγέννηση τῆς Ἱερᾶς Μονῆς Κοιμήσεως Θεοτόκου Μολυβδοσκεπάστου.